Με την τελευταία προσωπική δισκογραφική της κατάθεση, η άλτο σαξοφωνίστρια και συνθέτρια Nicole McCabe εδραιώνει τη θέση της στην πρώτη γραμμή της σύγχρονης τζαζ δημιουργίας.
Γνωστή για την ικανότητά της να ισορροπεί ανάμεσα στην παράδοση και το μοντερνισμό, αυτή τη φορά έρχεται με έντεκα νέες συνθέσεις, έντονα ρυθμικού περιεχόμενου, όπου κυριαρχούν τα μονά μέτρα, οι συγκοπάτες μπασογραμμές και οι πολυρυθμίες. Σε συνδυασμό με τη σύγχρονη, ξεκάθαρη και προσιτή μελωδική και αρμονική της αντίληψη, η μουσική ρέει αβίαστα, ανατροφοδοτώντας με εκπλήξεις το ενδιαφέρον για τη συνέχεια.
Πλαισιώνεται από ένα εξαιρετικό rhythm section, με την Yvonne Rogers (πιάνο, synths), την Kanoa Mendenhall (κοντραμπάσο) και την Eliza Salem (ντραμς) σε εξίσου δημιουργικούς ρόλους, πειστικά solo, και γλαφυρές συνομιλίες μεταξύ τους και με την πρωταγωνίστρια, κάνοντας την όποια πολυπλοκότητα να ακούγεται φυσική κι ευχάριστη. Στο σχήμα συνδράμει εκτενώς και καταλυτικά ο κοινών αντιλήψεων διακεκριμένος τρομπετίστας Adam O’Farrill σε τέσσερα κομμάτια του άλμπουμ. Συμμετέχουν επίσης η Maya Paredes (cello), η Christie Dashiell (φωνή) και ο Justin Brown (ντραμς) σε διαφορετικά κομμάτια κατά περίπτωση.

Με έδρα το Los Angeles, η Nicol McCabe έχει αναπτύξει ένα πλούσιο, χωρίς ίχνος κοινοτυπίας, προσωπικό λεξιλόγιο. Το χειρίζεται πλέον με οικονομία, και οι φράσεις της αναπνέουν, δίνοντας χρόνο για το ακουστικό μεταίσθημα, με την κορύφωση συνήθως να έρχεται με μια spiritual απόχρωσης τενούτα, κατά προτίμηση στο altissimo, ενισχυμένη δε με ένα υπολογίσιμο vibrato.
Οι επιρροές της ταλαντούχας αυτής εργάτριας ακούγονται πολλές, από την αυτονόητη σπουδή της στο έργο των προπατόρων Charlie Parker και Cannonball Aderley και την καθοδήγησή της από τους μέντορές της George Colligan και Alan Jones, μέχρι τους νεότερους Kenny Garrett και Steve Coleman (κατά την προσωπική μας εκτίμηση), τους οικείους της David Binney και Caroline Davis, και τους συνεργάτες και φίλους Logan Kane, Paul Cornish και πολλούς άλλους. Για τον Wayne Shorter και τον John Coltrane δεν γίνεται λόγος, ας θεωρηθεί προφανές.
Αυτά αποτελούν και τα χρώματα του “Color Theory”, ενώ, όπως μας λέει και η ίδια, ο στιβαρός, πότε υγρός και πότε στεγνός, ευέλικτος ήχος της παίρνει σάρκα και οστά από ένα Selmer Mark VII και καλάμια D’Addario. Δείτε εδώ που φοίτησε και τα σχετικά με τη σημερινή Πανεπιστημιακή διδακτική της δραστηριότητα.
Η παραγωγή οφείλεται στον Jason Moran, και η ηχογράφηση έγινε στο Brooklyn, για λογαριασμό της μικρής ανεξάρτητης εταιρείας Birdwatcher Records με τον ενδιαφέροντα κατάλογο, χωρίς ιδιαίτερο marketing. Μέχρι στιγμής δεν έχει εμφανιστεί κάποια κριτική στους “έγκυρους” τζαζ ιστότοπους, ενώ ούτε η ίδια έχει ενημερώσει ακόμα τις προσωπικές της ιστοσελίδες, πλην των αναφορών στα social media.
Σκόπιμη λοιπόν και η παρούσα εθελοντική παρουσίαση του πανέμορφου αυτού άλμπουμ που οι επανειλημμένες ακροάσεις του μας έχουν χαρίσει απόλαυση με την αναπόδραστα ακαδημαϊκή του τελειότητα να υπηρετεί τον εκ των ουκ άνευ παιγνιώδη και δημιουργικό χαρακτήρα της Μουσικής αυτής Τέχνης. Εύγε στις νεαρές καλλιτέχνιδες και τους συνεργάτες τους!
Θα το βρείτε στο Bandcamp και σε όλες τις ψηφιακές μουσικές πλατφόρμες (Deezer, Spotify, YouTube, κλπ.)
